23 Σεπτεμβρίου
Πέμπτη 21 Μαΐου 2009
Πέμπτη 14 Μαΐου 2009
Η Ποίηση μας

Γιάννης Ρίτσος
Ρωμιοσύνη
Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές
μες στον ασβέστη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
πάνου απ' την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.
Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.
Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τ' άγρια γένια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.
Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκαλά τους.
Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.
Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.
Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε -
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.
Έλληνες Λογοτέχνες

Γιώργος Πολυράκης - Η ΛΥΤΡΩΣΗ
Ο Φώτης Θαλασσινός είναι ένας νέος γιατρός, ρομαντικός και ιδεολόγος, δοσμένος ολόψυχα στο λειτούργημά του. Μέσα από την άσκηση της ιατρικής θα ζήσει πολλές φορές την ικανοποίηση, την ομορφιά, την αξία και το μεγαλείο της προσφοράς, μα και την αγνωμοσύνη, την πίκρα και τη θυσία. Σύντροφός του πιστός και μεγάλος έρωτας της ζωής του είναι η Άννα. Μαζί θα ζήσουν καταστάσεις που θα τους πείσουν ότι το παρελθόν δε σβήνει ποτέ κι ότι όσο ζεις το κουβαλάς μαζί σου. Καταστάσεις που φωνάζουν πως ό,τι είσαι σήμερα εξαρτάται απ' όσα βίωσες χθες. Κι ό,τι αποδέχεσαι ή απορρίπτεις σήμερα θα σε διαμορφώσει αύριο. Δε θα λυγίσουν, όμως, και τελικά θα νιώσουν τη ΛΥΤΡΩΣΗ. Ένα μυθιστόρημα από τις σελίδες του οποίου αναδύεται η βεβαιότητα πως το ξημέρωμα της κάθε μέρας μπορεί να είναι η αρχή μιας καινούργιας ζωής.
Η Γωνιά του Παιδού - η λογοτεχνία στη ζωή των μικρών μας φίλων
Myspace Photo Cube
Ο Πιπιλογιάννης
Μια φορά κι έναν καιρό, μια γιαγιά είχε έναν γιο που τον έλεγαν Γιάννη. Ο Γιάννης ήταν μεγάλος τεμπέλης και αγαπούσε πολύ τη ζέστη. Πάντα καθόταν δίπλα στο τζάκι,τραβούσε την πιπιλιά (στάχτη) στην άκρη και σκέπαζε τα πόδια του να ζεσταθούν. Γι' αυτό οι συγχωριανοί του τον ονόμασαν Πιπιλογιάννη.
Η μάνα του τον παρακαλούσε να πάει να δουλέψει αλλά ο Γιάννης πώς να αφήσει τη ζεστασιά της πιπιλιάς. Κάποτε, αποφάσισε να πάρει το γαϊδουράκι και να πάει να ψάξει για δουλειά. Επειδή όμως δεν μπορούσε να αποχωριστεί τη πιπιλιά, σκέφτηκε να δέσει στις δύο πλευρές του γαϊδουριού δύο τενεκέδες με πιπιλιά να βάλει τα πόδια του. Η μητέρα του, χαρούμενη για την απόφαση του Γιάννη να πάει να δουλέψει, έβαλε μέσα στον τρουβά του (τορβά) φρέσκο ψωμί και τυρί να έχει για το δρόμο και του έδωσε την ευχή της.
Στο δρόμο που πήγαινε, συνάντησε ένα δράκο.
- Πού πηγαίνεις, παλικάρι; τον ρώτησε ο δράκος.
- Πηγαίνω να βρω δουλειά. Εσύ ποιος είσαι; αποκρίθηκε ο Πιπιλογιάννης.
- Εγώ είμαι δράκος.
- Κι εγώ είμαι δράκος, είπε ο Πιπιλογιάννης.
Ο δράκος νομίζοντας ότι τον κοροϊδεύει, πήρε μια άσπρη πέτρα και είπε:
- Τη βλέπεις αυτή την πέτρα; Θα τη σφίξω με το χέρι μου και θα βγάλει νερό.
Πραγματικά, σφίγγει την πέτρα με πολύ δύναμη και έσταξαν μερικές σταγόνες νερού. Τότε γυρίζει στον Πιπιλογιάννη και του λέει:
- Εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό;
- Και βέβαια μπορώ. Δώσε μου εκείνη την πέτρα και θα δεις, απάντησε ο Πιπιλογιάννης.
Μέχρι να σκύψει ο δράκος να πάρει την πέτρα, ο Πιπιλογιάννης έβγαλε κρυφά από τον τρουβά λίγο τυρί. Του δίνει ο δράκος την πέτρα και ο Πιπιλογιάννης την έσφιξε μαζί με το τυρί και αμέσως έτρεξαν μερικές σταγόνες τζίρου.
Δεν έφτανε όμως αυτό για να πειστεί ο δράκος και λέει στον Γιάννη:
- Θα χτυπήσω τα πόδια μου στο έδαφος και θα σηκωθεί ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης.
Χτυπάει τα πόδια του κάτω και πραγματικά ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης τους τύλιξε.
- Εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό; ρώτησε τον Πιπιλογιάννη.
- Και βέβαια μπορώ , αλλά πρώτα κλείσε τα μάτια σου γιατί θα τυφλωθείς από τη σκόνη, απάντησε ο Γιάννης.
Κλείνει τα μάτια του ο δράκος και ο Γιάννης χτυπάει τα πόδια του με δύναμη στην πιπιλιά. Αμέσως ένα μεγάλο σύννεφο στάχτης σηκώθηκε και μπήκε στα μάτια του δράκου που βιάστηκε να τα ανοίξει.
Βλέποντας αυτό ο δράκος, πείστηκε πως κι ο Πιπιλογιάννης ήταν δράκος και τον κάλεσε στο σπίτι του όπου ζούσε με τα αδέρφια του.
Μόλις έφτασαν στο σπίτι, ο δράκος διηγήθηκε στα αδέρφια του τι έγινε. Τα αδέρφια του όμως ήταν ακόμη διστακτικά. Για να πειστούν , κάλεσαν το Γιάννη να παλέψουν. Ο Γιάννης μη μπορώντας να κάνει αλλιώς δέχτηκε. Τον πιάνει ένας δράκος από το λαιμό και γούρλωσαν τα μάτια του.
Τον είδε ο δράκος έτσι και τον ρώτησε:
- Γιατί κοιτάζεις μια δεξιά, μια αριστερά;
- Κοιτάζω σε ποια βουνοκορφή να σε πετάξω, απάντησε ο Γιάννης.
Ο δράκος φοβήθηκε και τραβήχτηκε αμέσως πίσω παρακαλώντας το Γιάννη να τον λυπηθεί.
Επειδή όμως νύχτωσε ξάπλωσαν να κοιμηθούν. Ο Πιπιλογιάννης, πονηρός καθώς ήταν, σκέφτηκε πως το βράδυ οι δράκοι θα επιχειρούσαν να τον σκοτώσουν. Γι΄ αυτό πάνω στο κρεβάτι του έβαλε ένα ξύλο, το σκέπασε καλά με την κουβέρτα να μη φαίνεται, κι αυτός ξάπλωσε από κάτω. Πράγματι, μετά από λίγο μπήκαν στο δωμάτιο οι δράκοι και άρχισαν να χτυπούν με τσεκούρια το ξύλο, πιστεύοντας πως είναι αυτός. Ο Γιάννης κάτω από το κρεβάτι άρχισε να βογκάει. Μόλις σταμάτησαν τα βογκητά, οι δράκοι πίστεψαν πως πέθανε και έφυγαν.
Τότε ο Γιάννης βγήκε από το κρεβάτι, πέταξε το ξύλο και ξάπλωσε να κοιμηθεί.
Το πρωί οι δράκοι πήγαν στο δωμάτιο να δουν τι έγινε και βρήκαν το Γιάννη με ανοιχτά τα μάτια. Μη ξέροντας τι να κάνουν τον ρώτησαν πως κοιμήθηκε και αυτός τους απάντησε ότι δεν κοιμήθηκε καλά γιατί τον τσιμπούσαν οι ψύλλοι.
Οι δράκοι φοβήθηκαν ακόμη περισσότερο και του είπαν:
- Τι θέλεις να σου δώσουμε για να μη μας πειράξεις;
- Θέλω ένα άλογο φορτωμένο με λίρες, ένα άλογο για μένα και ένας από εσάς να έρθει μαζί μου να με βοηθήσει να κατεβάσω τις λίρες, απάντησε ο Γιάννης.
Αφού ετοιμάστηκαν τα άλογα, ξεκίνησαν για το χωριό. Μόλις έφτασαν, ξεφόρτωσαν τα άλογα και ο δράκος πήρε το δρόμο της επιστροφής. Στην άκρη του δρόμου έμενε ο παπάς ο οποίος τους είδε και ρώτησε το δράκο:
- Τι έφερες με τα άλογα στο σπίτι του Γιάννη;
- Του έφερα λίρες, απάντησε ο δράκος και του διηγήθηκε την ιστορία.
Τότε ο παπάς γέλασε και του εξήγησε ότι ο Γιάννης είναι ο πιο μεγάλος τεμπέλης του χωριού και ότι τους ξεγέλασε. Έπεισε μάλιστα το δράκο να πάνε μαζί στο σπίτι του Πιπιλογιάννη να πάρουν πίσω τις λίρες. Ο Πιπιλογιάννης τους είδε από το παράθυρο, παίρνει ένα μεγάλο μαχαίρι, βγήκε έξω και έκανε πως το ακόνιζε. Μόλις πλησίασαν φώναξε:
- Καλά κάνεις και τον φέρνεις πίσω , παπά, να ησυχάσω μια για πάντα απ΄ αυτόν!
Μόλις άκουσε ο δράκος το Γιάννη τρόμαξε και το έβαλε στα πόδια παρασέρνοντας μαζί του και τον παπά.
Από τότε ο Πιπιλογιάννης με τη μητέρα του έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα.
Ποίηση, Λογοτεχνία και Θρησκεία
BubbleShare: Share photos - Easy Photo Sharing
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ - ΓΕΝΕΣΙΣ:
Αποτελείται από 50 βιβλία ή κεφάλαια και μας δίνει πλήρη περιγραφή από την Δημιουργία του Κόσμου μέχρι και τον θάνατο του Ιωσήφ σε ηλικία 110ετών στην Αίγυπτο.
Θα δημοσιεύουμε κάθε δεύτερη μέρα κι ένα βιβλίο της Γένεσης. Θα δίνετε και το αρχαίο κείμενο, αλλά και η νεοελληνική μετάφραση για καλύτερη κατανόηση κι από τους μικρούς μας φίλους.
ΓΕΝΕΣΙΣ 4: ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΓΕΝΕΣΙΣ 4: ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Γεν. 4,1 Ο Αδάμ πήρε για γυναίκα του την Εύα, η οποία έμεινε έγκυος και γέννησε τον Κάιν. Γεμάτη δε χαρά φώναξε• “με την δύναμιν του Θεού εγέννησα άνθρωπον” !
Γεν. 4,2 Μετά από τον Κάιν γέννησε η Εύα τον αδελφό του Αβελ. Ο Αβελ ήταν βοσκός προβάτων, ο δε Κάιν ήταν γεωργός, καλλιεργούσε την γη.
Γεν. 4,3 Μετά από λίγο καιρό ο Καϊν προσέφερε θυσίαν στον Θεόν από τους καρπούς των αγρών του.
Γεν. 4,4 Ο δε Αβελ προσέφερε και αυτός θυσίαν από τα πρωτότοκα των προβάτων του και μάλιστα από τα πλέον ευτραφή και παχέα. Ο δε Θεός είδε με ευμένειαν τον Αβελ και τα δώρα του.
Γεν. 4,5 Εις τον Καϊν όμως και την θυσίαν του δεν έδωσε καμμίαν προσοχήν. Ενεκα τούτου ο Καϊν εδυσφόρησε πάρα πολύ και εσκυθρώπασε το πρόσωπον αυτού.
Γεν. 4,6 Ηρώτησε Κυριος ο Θεός τον Καιν• “διατί έγινες περίλυπος και κατέβασες οργισμένος τα μούτρα σου;
Γεν. 4,7 Δεν γνωρίζεις ότι εάν προσφέρης δώρα ως θυσίαν στον αληθινόν Θεόν, δεν εκλέξης όμως τα καλά δώρα εις ένδειξιν ευλαβείας, αμαρτάνεις ενώπιον του Θεού; Αλλά ησύχασε• το κακόν είναι εις την εξουσίαν σου και δύνασαι αν θέλης να το νικήσης”.
Γεν. 4,8 Σκυθρωπός και φθονερός ο Καϊν είπε στον αδελφόν του τον Αβελ “ας περάσωμεν εις την πεδιάδα”. Οταν δε έφθασαν εις την πεδιάδα, ο Καϊν επετέθη αιφνιδίως και με ορμήν εναντίον του Αβελ, του αδελφού του, και τον εφόνευσεν.
Γεν. 4,9 Ο Κυριος και Θεός ηρώτησε τον Καϊν• “που είναι ο αδελφός σου ο Αβελ;” Και εκείνος απήντησε• “δεν γνωρίζω• μήπως εγώ είμαι φύλακας του αδελφού μου;”
Γεν. 4,10 Είπε δε ο Κυριος• “τι είναι αυτό που έκαμες; Η φωνή του αίματος του φονευθέντος αδελφού σου υψώνεται από την γην στον ουρανόν προς εμέ και βοά ζητούσα την τιμωρίαν σου.
Γεν. 4,11 Και τώρα θα είσαι συ κατηραμένος και σαν ξένος από την γην αυτήν, η οποία ήνοιξε το στόμα της και κατέπιε το αίμα του αδελφού σου, τον οποίον συ με το εγκληματικόν σου χέρι εφόνευσες.
Γεν. 4,12 Οταν εργάζεσαι και καλλιεργής την γην αυτήν, δεν θα παρέχη την δύναμίν της να αποδώση εις σε τους καρπούς της. Συ δε θα ευρίσκεσαι συνεχώς εις κατάστασιν στεναγμών και τρόμων, και σαν καταδιωκόμενος θα περιπλανάσαι επάνω εις την γην αυτήν”.
Γεν. 4,13 Εκραξε τότε ο Καϊν απηλπισμένος και αναστατωμένος προς τον Θεόν• “το έγκλημα και η ενόχη μου είναι μεγαλυτέρα από την θείαν συγγνώμην.
Γεν. 4,14 Εάν όμως με διώξης από την περιοχήν αυτήν, όπου σήμερον ευρίσκομαι, και αποστρέψης το πρόσωπόν σου από εμέ και θα είμαι σαν κρυμμένος από την θείαν σου παρουσίαν, θα περιφέρωμαι στενάζων και τρέμων εις την γην, και τότε ο πρώτος τυχών, που θα με συναντήση, θα με φονεύση”.
Γεν. 4,15 Είπε δε προς αυτόν ο Θεός• “δεν θα συμβή κάτι τέτοιο• διότι εκείνος ο οποίος θα φονεύση τον Καιν, θα επισύρη εναντίον του πολύ περισσοτέρας τιμωρίας και θα παραλύση κάτω από το βάρος αυτών”. Εθεσε δε ο Θεός κάποιο σημάδι στον Καϊν, ώστε κανείς από όσους θα τον συναντούσαν, να μη τον φονεύση.
Γεν. 4,16 Εφυγε δε τότε ο Καϊν από την περιοχήν, εις την οποίαν μέχρι τότε ευρίσκετο και είχε την ευλογίαν του Θεού, και κατώκησεν εις την χώραν Ναίδ, η οποία ευρίσκετο απέναντι από την Εδέμ.
Γεν. 4,17 Ο Καϊν εγνώρισε τότε την σύζυγόν του, η οποία έμεινεν έγκυος και εγέννησε τον Ενώχ. Εκτισε δε ο Καϊν μίαν πόλιν και ωνόμασεν αυτήν με το όνομα του υιού του, Ενώχ.
Γεν. 4,18 Από δε τον Ενώχ εγεννήθη ο Γαϊδάδ. Ο Γαϊδάδ εγέννησε τον Μαλελεήλ, ο δε Μαλελεήλ εγέννησε τον Μαθουσάλα, και ο Μαθουσάλα εγέννησε τον Λαμεχ.
Γεν. 4,19 Ελαβε δε ο Λαμεχ δύο συγχρόνως συζύγους. Η μία ωνομάζετο Αδά και η δευτέρα Σελλά.
Γεν. 4,20 Η Αδά εγέννησε τον Ιωβήλ. Αυτός η το γενάρχης των κτηνοτρόφων, οι οποίοι περιφερόμενοι ανά τας διαφόρους βοσκησίμους περιοχάς δεν είχον μόνιμον οικίαν, αλλά εζούσαν εις σκηνάς.
Γεν. 4,21 Αδελφός του Ιωβήλ ήτο ο Ιουβάλ. Αυτός ήτο συνθέτης ύμνων και διδάσκαλος της μουσικής.
Γεν. 4,22 Η Σελλά εγέννησε και αυτή τον Θοβελ, ο οποίος κατειργάζετο τον χαλκόν και τον σίδηρον και κατεσκεύαζεν εργαλεία. Αδελφή δε του Θοβελ ήτο η Νοεμά.
Γεν. 4,23 Ο δε Λαμεχ καυχώμενος δια την αγριότητά του, είπεν εις τας γυναίκας του• “Αδά και Σελλά, ακούσατε την φωνήν μου• γυναίκες Λαμεχ ανοίξατε τα αυτιά σας δια να ακούσετε τους λόγους μου• εφόνευσα ένα άνδρα, διότι με επλήγωσε, και ένα νεανίαν διότι με ετραυμάτισε.
Γεν. 4,24 Επτά φοράς ετιμωρήθη ο Καϊν δια τον φόνον του αδελφού του, εβδομήκοντα φοράς επτά θα τιμωρώ εγώ ο Λαμεχ εκείνον, που θα τολμήση να με θίξη”.
Γεν. 4,25 Ο δε Αδάμ εγνώρισε πάλιν την γυναίκα αυτού, η οποία έμεινεν έγκυος και εγέννησεν υιόν, τον οποίον ωνόμασε Σηθ λέγουσα• “ο Θεός μου έδωσε άλλο παιδί αντί του Αβελ, τον οποίον εφόνευσεν ο Καϊν”.
Γεν. 4,26 Ο δε Σηθ απέκτησεν υιόν, τον οποίον ωνόμασεν Ενώς. Αυτός δε ο Ενώς επίστευεν και ήλπιζεν στον Θεόν, ελάτρευε και επεκαλείτο πάντοτε το όνομα Κυρίου του Θεού.
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ - ΓΕΝΕΣΙΣ:
Αποτελείται από 50 βιβλία ή κεφάλαια και μας δίνει πλήρη περιγραφή από την Δημιουργία του Κόσμου μέχρι και τον θάνατο του Ιωσήφ σε ηλικία 110ετών στην Αίγυπτο.
Θα δημοσιεύουμε κάθε δεύτερη μέρα κι ένα βιβλίο της Γένεσης. Θα δίνετε και το αρχαίο κείμενο, αλλά και η νεοελληνική μετάφραση για καλύτερη κατανόηση κι από τους μικρούς μας φίλους.
ΓΕΝΕΣΙΣ 4: ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΓΕΝΕΣΙΣ 4: ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Γεν. 4,1 Ο Αδάμ πήρε για γυναίκα του την Εύα, η οποία έμεινε έγκυος και γέννησε τον Κάιν. Γεμάτη δε χαρά φώναξε• “με την δύναμιν του Θεού εγέννησα άνθρωπον” !
Γεν. 4,2 Μετά από τον Κάιν γέννησε η Εύα τον αδελφό του Αβελ. Ο Αβελ ήταν βοσκός προβάτων, ο δε Κάιν ήταν γεωργός, καλλιεργούσε την γη.
Γεν. 4,3 Μετά από λίγο καιρό ο Καϊν προσέφερε θυσίαν στον Θεόν από τους καρπούς των αγρών του.
Γεν. 4,4 Ο δε Αβελ προσέφερε και αυτός θυσίαν από τα πρωτότοκα των προβάτων του και μάλιστα από τα πλέον ευτραφή και παχέα. Ο δε Θεός είδε με ευμένειαν τον Αβελ και τα δώρα του.
Γεν. 4,5 Εις τον Καϊν όμως και την θυσίαν του δεν έδωσε καμμίαν προσοχήν. Ενεκα τούτου ο Καϊν εδυσφόρησε πάρα πολύ και εσκυθρώπασε το πρόσωπον αυτού.
Γεν. 4,6 Ηρώτησε Κυριος ο Θεός τον Καιν• “διατί έγινες περίλυπος και κατέβασες οργισμένος τα μούτρα σου;
Γεν. 4,7 Δεν γνωρίζεις ότι εάν προσφέρης δώρα ως θυσίαν στον αληθινόν Θεόν, δεν εκλέξης όμως τα καλά δώρα εις ένδειξιν ευλαβείας, αμαρτάνεις ενώπιον του Θεού; Αλλά ησύχασε• το κακόν είναι εις την εξουσίαν σου και δύνασαι αν θέλης να το νικήσης”.
Γεν. 4,8 Σκυθρωπός και φθονερός ο Καϊν είπε στον αδελφόν του τον Αβελ “ας περάσωμεν εις την πεδιάδα”. Οταν δε έφθασαν εις την πεδιάδα, ο Καϊν επετέθη αιφνιδίως και με ορμήν εναντίον του Αβελ, του αδελφού του, και τον εφόνευσεν.
Γεν. 4,9 Ο Κυριος και Θεός ηρώτησε τον Καϊν• “που είναι ο αδελφός σου ο Αβελ;” Και εκείνος απήντησε• “δεν γνωρίζω• μήπως εγώ είμαι φύλακας του αδελφού μου;”
Γεν. 4,10 Είπε δε ο Κυριος• “τι είναι αυτό που έκαμες; Η φωνή του αίματος του φονευθέντος αδελφού σου υψώνεται από την γην στον ουρανόν προς εμέ και βοά ζητούσα την τιμωρίαν σου.
Γεν. 4,11 Και τώρα θα είσαι συ κατηραμένος και σαν ξένος από την γην αυτήν, η οποία ήνοιξε το στόμα της και κατέπιε το αίμα του αδελφού σου, τον οποίον συ με το εγκληματικόν σου χέρι εφόνευσες.
Γεν. 4,12 Οταν εργάζεσαι και καλλιεργής την γην αυτήν, δεν θα παρέχη την δύναμίν της να αποδώση εις σε τους καρπούς της. Συ δε θα ευρίσκεσαι συνεχώς εις κατάστασιν στεναγμών και τρόμων, και σαν καταδιωκόμενος θα περιπλανάσαι επάνω εις την γην αυτήν”.
Γεν. 4,13 Εκραξε τότε ο Καϊν απηλπισμένος και αναστατωμένος προς τον Θεόν• “το έγκλημα και η ενόχη μου είναι μεγαλυτέρα από την θείαν συγγνώμην.
Γεν. 4,14 Εάν όμως με διώξης από την περιοχήν αυτήν, όπου σήμερον ευρίσκομαι, και αποστρέψης το πρόσωπόν σου από εμέ και θα είμαι σαν κρυμμένος από την θείαν σου παρουσίαν, θα περιφέρωμαι στενάζων και τρέμων εις την γην, και τότε ο πρώτος τυχών, που θα με συναντήση, θα με φονεύση”.
Γεν. 4,15 Είπε δε προς αυτόν ο Θεός• “δεν θα συμβή κάτι τέτοιο• διότι εκείνος ο οποίος θα φονεύση τον Καιν, θα επισύρη εναντίον του πολύ περισσοτέρας τιμωρίας και θα παραλύση κάτω από το βάρος αυτών”. Εθεσε δε ο Θεός κάποιο σημάδι στον Καϊν, ώστε κανείς από όσους θα τον συναντούσαν, να μη τον φονεύση.
Γεν. 4,16 Εφυγε δε τότε ο Καϊν από την περιοχήν, εις την οποίαν μέχρι τότε ευρίσκετο και είχε την ευλογίαν του Θεού, και κατώκησεν εις την χώραν Ναίδ, η οποία ευρίσκετο απέναντι από την Εδέμ.
Γεν. 4,17 Ο Καϊν εγνώρισε τότε την σύζυγόν του, η οποία έμεινεν έγκυος και εγέννησε τον Ενώχ. Εκτισε δε ο Καϊν μίαν πόλιν και ωνόμασεν αυτήν με το όνομα του υιού του, Ενώχ.
Γεν. 4,18 Από δε τον Ενώχ εγεννήθη ο Γαϊδάδ. Ο Γαϊδάδ εγέννησε τον Μαλελεήλ, ο δε Μαλελεήλ εγέννησε τον Μαθουσάλα, και ο Μαθουσάλα εγέννησε τον Λαμεχ.
Γεν. 4,19 Ελαβε δε ο Λαμεχ δύο συγχρόνως συζύγους. Η μία ωνομάζετο Αδά και η δευτέρα Σελλά.
Γεν. 4,20 Η Αδά εγέννησε τον Ιωβήλ. Αυτός η το γενάρχης των κτηνοτρόφων, οι οποίοι περιφερόμενοι ανά τας διαφόρους βοσκησίμους περιοχάς δεν είχον μόνιμον οικίαν, αλλά εζούσαν εις σκηνάς.
Γεν. 4,21 Αδελφός του Ιωβήλ ήτο ο Ιουβάλ. Αυτός ήτο συνθέτης ύμνων και διδάσκαλος της μουσικής.
Γεν. 4,22 Η Σελλά εγέννησε και αυτή τον Θοβελ, ο οποίος κατειργάζετο τον χαλκόν και τον σίδηρον και κατεσκεύαζεν εργαλεία. Αδελφή δε του Θοβελ ήτο η Νοεμά.
Γεν. 4,23 Ο δε Λαμεχ καυχώμενος δια την αγριότητά του, είπεν εις τας γυναίκας του• “Αδά και Σελλά, ακούσατε την φωνήν μου• γυναίκες Λαμεχ ανοίξατε τα αυτιά σας δια να ακούσετε τους λόγους μου• εφόνευσα ένα άνδρα, διότι με επλήγωσε, και ένα νεανίαν διότι με ετραυμάτισε.
Γεν. 4,24 Επτά φοράς ετιμωρήθη ο Καϊν δια τον φόνον του αδελφού του, εβδομήκοντα φοράς επτά θα τιμωρώ εγώ ο Λαμεχ εκείνον, που θα τολμήση να με θίξη”.
Γεν. 4,25 Ο δε Αδάμ εγνώρισε πάλιν την γυναίκα αυτού, η οποία έμεινεν έγκυος και εγέννησεν υιόν, τον οποίον ωνόμασε Σηθ λέγουσα• “ο Θεός μου έδωσε άλλο παιδί αντί του Αβελ, τον οποίον εφόνευσεν ο Καϊν”.
Γεν. 4,26 Ο δε Σηθ απέκτησεν υιόν, τον οποίον ωνόμασεν Ενώς. Αυτός δε ο Ενώς επίστευεν και ήλπιζεν στον Θεόν, ελάτρευε και επεκαλείτο πάντοτε το όνομα Κυρίου του Θεού.
Η Ξένη Λογοτεχνία - μεγάλοι συγγραφείς και ποιητές του κόσμου

Λέων Τολστόι
Άννα Καρένινα
Η Άννα Καρένινα είναι η πιο όμορφη γυναίκα στην Πετρούπολη, ξακουστή μέχρι και τη Μόσχα στους κύκλους των ευγενών. Ο άντρας της είναι υψηλόβαθμος υπάλληλος στο Υπουργείο, οξύνους, πλούσιος και εξαιρετικά κολλημένος με τους τύπους και το πρωτόκολλο της καλής κοινωνίας. Η Άννα περισσότερο αγαπάει το μικρό γιο της παρά τον άντρα της, που και ο ίδιος είναι τόσο απορροφημένος με τη δουλειά του που δεν της δίνει τη δέουσα σημασία. Μια περίεργη σύμπτωση θα κάνει την Άννα να γνωρίσει το νεαρό Βρόνσκι, έναν αξιωματικό της φρουράς στην Πετρούπολη που γοητεύεται θανάσιμα από την ομορφιά της. Η debutant Κίττυ και συγγενής της Άννα διεκδικεί τον Βρόνσκι, αλλά μια μαζούρκα που αυτός χαρίζει στην Άννα της δείχνει την πραγματικότητα. Το αστείο είναι, ότι ενώ η Άννα έχει πάει εκτάκτως στη Μόσχα για να καταφέρει να πείσει τη νύφη της να μην εγκαταλείψει τον ελαφρόμυαλο αδερφό της, ακριβώς εκεί γνωρίζει τελικά αυτόν που θα την κάνει να εγκαταλείψει η ίδια το σύζυγό της. Εν μέσω του αγωνιώδους διλήμματος (ποιον να διαλέξει; Το γιο της ή τον έρωτα της ζωής της;), παίρνει τελικά τη ριζοσπαστική για την εποχή απόφαση και διαλέγει το γοητευτικό Βρόνσκι. Ταξιδεύουν μαζί στη Βενετία, οι μέρες ευτυχίας που περνούν την κάνουν σχεδόν να κλαίει από χαρά. Όμως η ξενιτιά είναι πικρή, γυρίζουν λοιπόν πίσω, η χαμένη ζωή του Βρόνσκι τον ζητάει επίμονα πίσω, οι μάχες κάνουν το αίμα του να βράζει, αποφασίζει ξανά να καταταγεί και να αφήσει μόνη της την Άννα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

